λακερός


λακερός
λακερός, -ά, -όν (Α)
φλύαρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λακ- τού λάσκω (πρβλ. αόρ. -λακ-ον) + -ερός*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λακερόν — λακερός talkative masc acc sg λακερός talkative neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λακερᾶς — λακερός talkative fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λακέρυζα — λακέρυζα, ἡ (Α) 1. (για πτηνό) αυτή που κρώζει δυνατά («οὐκ οἶσθ ὅτι πέντ ἀνδρῶν γενεὰς ζώει λακέρυζα κορώνη;», Αριστοφ.) 2. (για σκύλα) αυτή που γαυγίζει, που υλακτεί. [ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός σχηματισμός < λακερός] …   Dictionary of Greek

  • λακερολογία — λακερολογία, ἡ (Μ) [λακερός] πολυλογία, φλυαρία …   Dictionary of Greek

  • lā-1 and lē- —     lā 1 and lē     English meaning: expr. roots (bark, howl, etc..), onomatopoeic words     Deutsche Übersetzung: Schallwurzeln     Grammatical information: present lüi̯ ō and lēi̯ ō     Material: O.Ind. rü yati “ barks “ (possibly also to rē… …   Proto-Indo-European etymological dictionary


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.